| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.904.531 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
είδηση |
0,01 sec. |
|
είδηση Nachricht news, report information, nouvelle ουσ θ πληθυντικός ειδήσεις [i'ðisis] η τηλεοπτική παρουσίαση των γεγονότων informations; nouvelles το δελτίο ειδήσεων le bulletin d'informations βλέπω τις ειδήσεις regarder les informations/les nouvelles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|