| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.894.431 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
είδηση |
0,01 sec. |
|
|
είδηση Nachricht news, report information, nouvelle новости nieuws notícias noticias 新聞 Nowości Новини 新闻 Novinky Nyheder Uutiset חדשות ニュース 뉴스 Nyheter
ουσ θ πληθυντικός ειδήσεις [i'ðisis] η τηλεοπτική παρουσίαση των γεγονότων informations; nouvelles το δελτίο ειδήσεων le bulletin d'informations βλέπω τις ειδήσεις regarder les informations/les nouvelles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|