| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.170.568 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
είμαι |
0,01 sec. |
|
είμαι ésser, ser být være sein be, am esti estar, ser olla être होना vera essere, stare ある, いる, だ 이다, 있다, 존재하다 sum būti wezen, zijn være być estar, existir, ser fi быть, существовать, являться byť biti vara imek, olmak là يَكْون biti เป็น อยู่ คือ 是 ρ αμετβ είμαι ['ime] 2 βρίσκομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση se trouverêtre είμαι σε δύσκολη θέση se trouver dans une situation difficile είμαι άρρωστος être malade ρ απρόσ είναι ['ine] Τι είναι; Τι συμβαίνει; Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|