Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.852.017 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

είσοδος

0,02 sec.
είσοδος Eingang, Eintritt, Zulassung admission, admittance, entrance, entry, input, way in entrée, droit d’entrée entrata, ammissione, ingresso, voce вход, доступ اذن بالدخول, دخول, مدخل, ممر دخول vchod, vstup adgang, indgang entrada sisäänkäynti, sisäänpääsy pristup, ulaz 入口, 入場許可 입구, 입장 entree, ingang, toelating adgang, inngang, inntreden wejście, wjazd, wstęp admissão, entrada ingång, inträde การเข้า, การอนุญาตให้เข้าได้, ทางเข้า giriş, giriş hakkı cửa vào, lối vào, quyền được vào 入口, 准入, 进入
ουσ θ είσοδος ['isoðos]
1 το να μπαίνει κν κάπου entrée
θεαματική είσοδος une entrée spectaculaire
2 το σημείο απ' όπου μπαίνει κν κάπου entréeaccès
η είσοδος της πολυκατοικίας l'entrée de l'immeuble/l'accès à l'immeuble


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.