| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.990.658 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγγονός |
0,02 sec. |
|
εγγονός grandson petit-fils nieto neto ابن الإبن vnuk barnebarn Enkelsohn tyttärenpoika unuk nipote 孫息子 손자 kleinzoon sønnesønn wnuczek внук dotterson หลานชาย erkek torun cháu trai 孙子 ουσ α εγγονός [eŋgo'nos] ο γιος του γιού ή της κόρης κάποιου petit-fils ουσ θ εγγονή [eŋgo'ni] η κόρη του γιού ή της κόρης κάποιου petite-fille ουσ ουδ εγγόνι [e'ŋgoni] ο εγγονός ή η εγγονή κάποιου petit-fils/petite-fille Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|