| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.258.271 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγγύηση |
0,01 sec. |
|
εγγύηση bail, bond, guarantee, assurance garantie, caution ضمان, كفالة kauce, záruka garanti, kaution Freilassung gegen Kaution, Garantie fianza, garantía takausmaksu, takuu garancija, jamčevina cauzione, garanzia 保証, 保釈金 보석, 보증 borgsom, garantie garanti, kausjon gwarancja, kaucja fiança, garantia гарантия, залог borgen, garanti การประกันตัว, การรับประกัน garanti, kefalet sự bảo đảm, tiền bảo lãnh 保释, 担保 ουσ θ εγγύηση [eŋ'ɟiisi] 1 η κάλυψη εξόδων επισκευής σε περίπτωση βλάβης συσκευής garantie 3 ασφάλεια σε περίπτωση χρέους hypothèque Έβαλε εγγύηση το σπίτι του. Il a hypothéqué sa maison. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|