Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.258.271 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εγγύηση

0,01 sec.
εγγύηση bail, bond, guarantee, assurance garantie, caution ضمان, كفالة kauce, záruka garanti, kaution Freilassung gegen Kaution, Garantie fianza, garantía takausmaksu, takuu garancija, jamčevina cauzione, garanzia 保証, 保釈金 보석, 보증 borgsom, garantie garanti, kausjon gwarancja, kaucja fiança, garantia гарантия, залог borgen, garanti การประกันตัว, การรับประกัน garanti, kefalet sự bảo đảm, tiền bảo lãnh 保释, 担保
ουσ θ εγγύηση [eŋ'ɟiisi]
1 η κάλυψη εξόδων επισκευής σε περίπτωση βλάβης συσκευής garantie
εγγύηση ενός χρόνου une garantie d'un an
έχω εγγύηση être sous garantie
2 βεβαίωση garantie
εγγύηση επιτυχίας une garantie de succès
3 ασφάλεια σε περίπτωση χρέους hypothèque
Έβαλε εγγύηση το σπίτι του. Il a hypothéqué sa maison.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.