| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.930.891 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγκάρδιος |
0,02 sec. |
|
εγκάρδιος cordial επίθ θ / ουδ εγκάρδιος, εγκάρδια, εγκάρδιο [eŋ'garðios, eŋ'garðia, eŋ'garðio] ζεστός, προσηνής cordial/-iale εγκάρδιος χαιρετισμός une salutation cordiale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|