| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.464.427 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγκατάσταση |
0,01 sec. |
|
εγκατάσταση installation ουσ θ εγκατάσταση [eŋga'tastasi] 1 τοποθέτηση installation ηλεκτρική εγκατάσταση une installation électrique 2 μόνιμη διαμονή installation 3 δημιουργία οικοδομήματος με συγκεκριμένη λειτουργία implantation εγκατάσταση αεροδρομίου l'implantation d'un aéroport 4 τοποθέτηση προγράμματος σε υπολογιστή installation εγκατάσταση προγράμματος l'installation d'un programme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|