Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.661.300 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εγκαταλείπω

0,03 sec.
εγκαταλείπω abandon, give up, renounce abandonner, quitter, abdiquer, délaisser, livrer abandona abandonar, renunciar a يُقْلِع عن, يَهْجر přestat, zanechat give op, opgive aufgeben, verlassen hylätä, luovuttaa napustiti, odustati abbandonare, rinunciare やめる, 見捨てる 포기하다 in de steek laten, opgeven forlate, gi opp porzucić, zaniechać abandonar, desistir бросать (привычку), оставлять ge upp, överge ยกเลิก, ละทิ้ง terketmek, vazgeçmek chịu thua, từ bỏ 放弃
ρ μετβ εγκαταλείπω [eŋgata'lipo]
1 παρατάω κπ ή κτ abandonnerquitter
εγκαταλείπω την οικογένειά μου abandonner sa famille
2 χάνω το ενδιαφέρον μου για κτ délaisser
εγκαταλείπω τα ενδιαφέροντά μου délaisser ses occupations


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.