| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.661.300 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγκαταλείπω |
0,03 sec. |
|
εγκαταλείπω abandon, give up, renounce abandonner, quitter, abdiquer, délaisser, livrer abandona abandonar, renunciar a يُقْلِع عن, يَهْجر přestat, zanechat give op, opgive aufgeben, verlassen hylätä, luovuttaa napustiti, odustati abbandonare, rinunciare やめる, 見捨てる 포기하다 in de steek laten, opgeven forlate, gi opp porzucić, zaniechać abandonar, desistir бросать (привычку), оставлять ge upp, överge ยกเลิก, ละทิ้ง terketmek, vazgeçmek chịu thua, từ bỏ 放弃 ρ μετβ εγκαταλείπω [eŋgata'lipo] 1 παρατάω κπ ή κτ abandonnerquitter εγκαταλείπω την οικογένειά μου abandonner sa famille 2 χάνω το ενδιαφέρον μου για κτ délaisser εγκαταλείπω τα ενδιαφέροντά μου délaisser ses occupations Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|