| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.189.189 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγκλείω |
0,03 sec. |
|
εγκλείω encapsulate, enshrine, put away εγκλείω يَدخِر مالا εγκλείω dát (si) peníze stranou εγκλείω lægge væk εγκλείω weglegen εγκλείω guardar εγκλείω säästää εγκλείω ranger εγκλείω spremiti εγκλείω riporre εγκλείω 取っておく εγκλείω 치우다 εγκλείω wegzetten εγκλείω spare εγκλείω uprzątnąć εγκλείω guardar εγκλείω убирать εγκλείω lägga undan εγκλείω เอาเก็บไว้ εγκλείω biriktirmek εγκλείω tiết kiệm εγκλείω 放好 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|