| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.645.569 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγκληματικός |
0,02 sec. |
|
εγκληματικός criminal جنائى trestný kriminel kriminell delictivo rikollinen criminel kriminalan criminale 犯罪の 범죄의 crimineel kriminell przestępczy criminal преступный krimimell เกี่ยวกับอาชญากรรม suç liên quan đến tội phạm 犯罪的 επίθ α / θ / ουδ εγκληματικός, εγκληματική, εγκληματικό [eŋglimati'kos, eŋglimati'ci, eŋglimati'ko] που αποτελεί έγκλημα criminel/-elle εγκληματική αδιαφορία une indifférence criminelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|