| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.955.951 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εγκληματικός |
0,01 sec. |
|
|
εγκληματικός criminal جنائى trestný kriminel kriminell delictivo rikollinen criminel kriminalan criminale 犯罪の 범죄의 crimineel kriminell przestępczy criminal преступный krimimell เกี่ยวกับอาชญากรรม suç liên quan đến tội phạm 犯罪的
επίθ α / θ / ουδ εγκληματικός, εγκληματική, εγκληματικό [eŋglimati'kos, eŋglimati'ci, eŋglimati'ko] που αποτελεί έγκλημα criminel/-elle εγκληματική αδιαφορία une indifférence criminelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|