| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.260.658 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγκρίνω |
0,02 sec. |
|
εγκρίνω approve aprobi agréer, approuver يوافق schválit godkende genehmigen aprobar hyväksyä odobriti approvare 承認する 승인하다 goedkeuren godkjenne zatwierdzić aprovar одобрять godkänna อนุมัติ onaylamak chấp thuận 赞成 ρ μετβ εγκρίνω [eŋ'grino] εγκρίνομαι [eŋ'grinome] être approuvé/-eêtre accordé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|