| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.958.026 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εγκρίνω |
0,01 sec. |
|
|
εγκρίνω approve aprobi agréer, approuver يوافق schválit godkende genehmigen aprobar hyväksyä odobriti approvare 承認する 승인하다 goedkeuren godkjenne zatwierdzić aprovar одобрять godkänna อนุมัติ onaylamak chấp thuận 赞成
ρ μετβ εγκρίνω [eŋ'grino] εγκρίνομαι [eŋ'grinome] être approuvé/-eêtre accordé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|