| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.769.659.367 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εγχείρηση |
0,02 sec. |
|
εγχείρηση opération, intervention chirurgicale operation, surgery عملية جراحية operace operation chirurgischer Eingriff, Operation cirugía, operación quirúrgica leikkaus operacija intervento, intervento chirurgico 手術 수술 chirurgie, operatie kirurgi, operasjon operacja cirurgia операция operation การผ่าตัด, ศัลยกรรม ameliyat phẫu thuật, sự phẫu thuật 外科手术, 手术 ουσ θ εγχείρηση [en'çirisi] επέμβαση opération πλαστική εγχείρηση une opération de chirurgie esthétique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|