| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.987.697 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εθελοντής |
0,01 sec. |
|
|
εθελοντής volunteer volontaire, bénévole volontario متطوع dobrovolník frivillig Freiwilliger voluntario, voluntarios vapaaehtoinen dobrovoljac 志願者 자원 봉사자 vrijwilliger frivillig ochotnik voluntário доброволец frivillig อาสาสมัคร gönüllü olmak tình nguyện viên 志愿者 доброволец 志願者
ουσ ουσ / α / θ εθελοντής, εθελόντρια [eθelo'ndis, eθe'londria] που προσφέρεται χωρίς να ζητάει αντάλλαγμα volontaire εθελοντής αιμοδότης un donneur de sang volontaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|