| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.525.241 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εθελοντής |
0,02 sec. |
|
εθελοντής volunteer volontaire, bénévole volontario متطوع dobrovolník frivillig Freiwilliger voluntario vapaaehtoinen dobrovoljac 志願者 자원 봉사자 vrijwilliger frivillig ochotnik voluntário доброволец frivillig อาสาสมัคร gönüllü olmak tình nguyện viên 志愿者 ουσ ουσ / α / θ εθελοντής, εθελόντρια [eθelo'ndis, eθe'londria] που προσφέρεται χωρίς να ζητάει αντάλλαγμα volontaire εθελοντής αιμοδότης un donneur de sang volontaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|