| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.975.994 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εθελοντικός |
0,01 sec. |
|
εθελοντικός volontaire voluntary تطوعي dobrovolný frivillig freiwillig voluntario vapaaehtoinen dobrovoljan volonario 自発的な 자발적인 vrijwillig frivillig dobrowolny voluntário добровольный frivillig โดยสมัครใจ gönüllü tình nguyện 自愿的 επίθ α / θ / ουδ εθελοντικός, εθελοντική, εθελοντικό [eθelondi'kos, eθelondi'ci, eθelondi'ko] που γίνεται χωρίς αντάλλαγμα volontaire εθελοντική εργασία un travail volontairedu volontariat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|