| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.990.590 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εθιμοτυπικός |
0,01 sec. |
|
|
εθιμοτυπικός
επίθ εθιμοτυπικός, εθιμοτυπική, εθιμοτυπικό [eθimotipi'kos, eθimotipi'ci, eθimotipi'ko] που ακολουθεί κπ έθιμο ή κανονισμό protocolairecérémonial/-iale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|