| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.897.991.349 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εθισμένος |
0,01 sec. |
|
|
εθισμένος narkoman, závislý εθισμένος afhængig, misbruger εθισμένος adicto εθισμένος narkomaani, riippuvainen jostakin εθισμένος drogué εθισμένος ovisan, ovisnik εθισμένος dipendente, tossicomane εθισμένος 中毒者, 常習的な εθισμένος 중독된, 중독자 εθισμένος verslaafd, verslaafde εθισμένος narkoman, uzależniony εθισμένος viciado εθισμένος beroende, missbrukare εθισμένος ทำให้ติดยาเสพติด, ผู้ติดยาเสพติด εθισμένος bağımlı εθισμένος bị nghiện, người nghiện Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|