Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.603.520 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εθισμένος

0,03 sec.
εθισμένος مُدمن, يُدمن
εθισμένος narkoman, závislý
εθισμένος afhængig, misbruger
εθισμένος süchtig, Süchtiger
εθισμένος addict, addicted
εθισμένος adicto
εθισμένος narkomaani, riippuvainen jostakin
εθισμένος drogué
εθισμένος ovisan, ovisnik
εθισμένος dipendente, tossicomane
εθισμένος 中毒者, 常習的な
εθισμένος 중독된, 중독자
εθισμένος verslaafd, verslaafde
εθισμένος avhengig, misbruker
εθισμένος narkoman, uzależniony
εθισμένος viciado
εθισμένος beroende, missbrukare
εθισμένος ทำให้ติดยาเสพติด, ผู้ติดยาเสพติด
εθισμένος bağımlı
εθισμένος bị nghiện, người nghiện
εθισμένος 成瘾的, 瘾君子


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.