| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.005.077 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ειδίκευση |
0,01 sec. |
|
|
ειδίκευση qualificati qualifiés geschoolde qualificados المهرة 熟练 skilled qualifizierten 熟練 kvalifikovaných
ουσ θ ειδίκευση [i'ðicefsi] γνώσεις σε συγκεκριμένο επαγγελματικό τομέα qualification; spécialisation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|