| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.798.284 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ειδικεύομαι |
0,02 sec. |
|
ειδικεύομαι يَتَخصص specializovat (se) specialisere spezialisieren specialize especializarse erikoistua se spécialiser specijalizirati specializzarsi 専門にする 전문으로 하다 specialiseren spesialisere wyspecjalizować się especializar-se специализироваться specialisera (sig) ศึกษาเป็นพิเศษ uzmanlaşmak chuyên về 精通于 ρ μεσοπαθ ειδικεύομαι [iði'cevome] εμβαθύνω σε κπ κλάδο σπουδών ή εργασίας se spécialiser ειδικεύομαι στη βιολογική γεωργία se spécialiser en agriculture biologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|