| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.008.561 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ειδικότητα |
0,01 sec. |
|
|
ειδικότητα специальность تَخَصُص specializace specialitet Spezialität speciality, specialty especialidad erikoisala spécialité specijalnost specialità 専門 특기 specialiteit spesialitet specjalność especialidade specialitet ความชำนาญพิเศษ uzmanlık chuyên môn 特产
ουσ θ ειδικότητα [iði'kotita] εκπαίδευση για εμβάθυνση σε τομέα spécialisation κάνω την ειδικότητά μου σε κτ faire sa spécialisation en qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|