Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.898.039.249 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ειρηνικός

0,01 sec.
ειρηνικός peaceful, pacific, Pacific pacifique, paisible, Pacifique pacifico, Pacifico المحيط الهادي, مسالم mírový, Tichý oceán fredelig, Stillehavet friedlich, Pazifik pacífico rauhallinen, Tyynimeri miran, Pacifik 太平洋, 平和な 태평양, 평화로운 Stille Oceaan, vredig fredelig, Stillehavet Pacyfik, spokojny Oceano Pacífico, pacífico мирный, Тихий океан fridfull, Stilla havet มหาสมุทรแปซิฟิก, อย่างสงบ barışçıl, Pasifik Thái Bình Dương, yên tĩnh 和平的, 太平洋 太平洋
επίθ α / θ / ουδ ειρηνικός, ειρηνική, ειρηνικό [irini'kos, irini'ci, irini'ko]
που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συγκρούσεων paisiblepacifique
ειρηνική συμβίωση une cohabitation paisible
ειρηνική πορεία une marche sans violence


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.