| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.638.548 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εισάγω |
0,01 sec. |
|
εισάγω import, admit, inject, insert, introduce importer, introduire importa يَستورد dovážet importere importieren importar tuoda maahan uvesti importare 輸入する 수입하다 importeren importere zaimportować importar импортировать importera นำเข้า ithal etmek nhập khẩu 进口 ρ μετβ εισάγω [i'saɣo] 1 βάζω μέσα introduirefaire entrer εισάγω κπ σε κύκλο introduire qqn dans un cercle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|