| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.889.320 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εισαγγελέας |
0,02 sec. |
|
εισαγγελέας district attorney, procurator, prosecutor procureur ουσ α/θ εισαγγελέας [isaŋɟe'leas] ανώτερος δικαστικός υπάλληλος procureur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|