| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.052.326 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εισαγωγέας |
0,01 sec. |
|
|
εισαγωγέας importer importador importatore importateur импортер importeur importador dovozce importør
ουσ α/θ εισαγωγέας [isaɣo'ʝeas] που φέρνει προϊόντα από το εξωτερικό importateur; importatrice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|