| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.003.472 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εισαγωγή |
0,02 sec. |
|
εισαγωγή import, introduction, induction, intake import, importation استيراد dovoz import Import importación maahantuonti uvoz importazione 輸入 수입 import import import importação импорт import การนำเข้า ithal sự nhập khẩu 进口货 ουσ θ εισαγωγή [isaɣo'ʝi] 1 το άνοιγμα κειμένου ή ομιλίας introduction; préface 2 το να φέρνει κν προϊόντα από το εξωτερικό importation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|