Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.198.614 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εισπνέω

0,07 sec.
εισπνέω einatmen breathe in, inhale inhaler, inspirer вздохнуть, вдыхать يَستنشق nadechnout (se) ånde ind inspirar hengittää sisään udahnuti inspirare 息を吸い込む 들이쉬다 inademen puste inn zrobić wdech inspirar andas in หายใจเข้า nefes almak hít vào 吸进
ρ μετβ εισπνέω [is'pneo]
αναπνέω κτ respirer
εισπνέω καθαρό αέρα respirer de l'air frais
ρ αμετβ εισπνέω
βάζω αέρα στους πνεύμονες inspirerinhaler
εισπνέω οξυγόνο inspirer de l'oxygène


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.