| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.301.316 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκδηλωτικός |
0,02 sec. |
|
εκδηλωτικός outgoing επίθ εκδηλωτικός, εκδηλωτική, εκδηλωτικό [ekðiloti'kos, ekðiloti'ci, ekðiloti'ko] που φανερώνει αυτά που σκέφτεται ή αισθάνεται démonstratif/-ive εκδηλωτικός άνθρωπος une personne démonstrative Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|