| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.084.618 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκδηλωτικός |
0,01 sec. |
|
|
εκδηλωτικός outgoing demostrativo 示范 示範
επίθ εκδηλωτικός, εκδηλωτική, εκδηλωτικό [ekðiloti'kos, ekðiloti'ci, ekðiloti'ko] που φανερώνει αυτά που σκέφτεται ή αισθάνεται démonstratif/-ive εκδηλωτικός άνθρωπος une personne démonstrative Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|