| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.824.853 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκδικητικός |
0,02 sec. |
|
εκδικητικός vindicatif vindictive επίθ α / θ / ουδ εκδικητικός, εκδικητική, εκδικητικό [ekðiciti'kos, ekðiciti'ci, ekðiciti'ko] που έχει την τάση να εκδικείται rancunier/-ièrevindicatif/-ive Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|