| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.033.407 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκεχειρία |
0,02 sec. |
|
εκεχειρία cease-fire, truce, ceasefire cessez-le-feu, trêve هدنة, وَقْف إطلاق النار dočasné příměří, příměří våbenhvile Waffenstillstand alto el fuego, tregua aselepo, tulitauko prekid vatre, primirje cessate il fuoco, tregua 休戦, 停戦 휴전 wapenstilstand våpenhvile rozejm, zawieszenie broni cessação de fogo, cessar-fogo, trégua перемирие, прекращение огня vapenvila การสงบศึกชั่วคราว, การหยุดรบ ateşkes sự ngừng bắn, thỏa ước ngừng bắn 停战 ουσ θ εκεχειρία [eceçi'ria] προσωρινή παύση του πολέμου trêve Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|