| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.174.233 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκθέτω |
0,02 sec. |
|
εκθέτω exhibit, expose, report, display exposer ρ μετβ εκθέτω [ek'θeto] 3 φέρνω κπ σε δύσκολη θέση mettre mal à l'aisecompromettre Με εξέθεσες με τη συμπεριφορά σου. J'ai été mal à l'aise à cause de ton attitude. ρ μεσοπαθ εκτίθεμαι [e'ktiθeme] être exposé/-ée/s'exposer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|