| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.622.614 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκθαμβωτικός |
0,03 sec. |
|
εκθαμβωτικός مُدْهِش úžasný storartet großartig splendid espléndido loistava splendide blistav splendido すばらしい 화려한 schitterend glimrende wspaniały esplêndido великолепный storartad ยอดเยี่ยม görkemli rất hay 壮丽的 επίθ α / θ / ουδ εκθαμβωτικός, εκθαμβωτική, εκθαμβωτικό [ekθamvoti'kos, ekθamvoti'ci, ekθamvoti'kό] 1 που λάμπει ενοχλητικά aveuglant/-ante εκθαμβωτικό φως une lumière aveuglante 2 που ακτινοβολεί éblouissant/-ante εκθαμβωτική ομορφιά une beauté éblouissante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|