Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.762.987.122 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εκκενώνω

0,03 sec.
εκκενώνω evacuate, purge, vacate
εκκενώνω evakuovat, uvolnit
εκκενώνω evakuere, forlade
εκκενώνω evakuieren, räumen
εκκενώνω desocupar, evacuar
εκκενώνω evakuoida, poistua
εκκενώνω évacuer, libérer
εκκενώνω evakuirati, isprazniti
εκκενώνω evacuare, lasciare libero
εκκενώνω 立ち退く, 避難させる
εκκενώνω 비우다, 피난시키다
εκκενώνω doen vrijkomen, evacueren
εκκενώνω evakuere, forlate
εκκενώνω ewakuować, opróżnić
εκκενώνω desocupar, evacuar
εκκενώνω evakuera, tömma
εκκενώνω ปล่อยให้ว่าง, อพยพ
εκκενώνω boşaltmak
εκκενώνω bỏ trống, sơ tán
εκκενώνω 疏散, 腾出


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.