| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.683.600 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκλέγω |
0,01 sec. |
|
εκλέγω elect, choose, name élire elegir выбирать, избирать يَنتخِب zvolit vælge wählen valita vaalilla birati eleggere 選挙する 선출하다 verkiezen velge wybrać eleger välja คัดเลือก seçmek bầu 推选 ρ μετβ εκλέγω [e'kleɣo] αποφασίζω με την ψήφο μου élire ρ μεσοπαθ εκλέγομαι [e'kleɣome] παίρνω κπ θέση μετά από κοινή απόφαση être élu/-ue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|