| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.137.553 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκλογή |
0,01 sec. |
|
|
εκλογή election, choice élection الانتخابات wybory elecciones Wahl выборы verkiezing eleição избори 选举 選舉 valg 選挙 선거
ουσ θ εκλογή [eklo'ʝi] η κοινή απόφαση για λήψη αξιώματος από κπ πρόσωπο élection εκλογή γενικού γραμματέα élection du secrétaire général ουσ θ πληθυντικός εκλογές [eklo'ʝes] η δημοκρατική διαδικασία επιλογής εξουσίας élections οι δημοτικές εκλογές les élections municipales Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|