| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.139.844 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκμετάλλευση |
0,03 sec. |
|
|
εκμετάλλευση exploitation, utilization ekspluatado exploitation استغلال využívání udnyttelse Ausbeutung explotación hyväksikäyttö izrabljivanje sfruttamento 搾取 착취 exploitatie utnyttelse eksploatacja exploração эксплуатация exploatering การเอาเปรียบ sömürü sự khai thác 开发
ουσ θ εκμετάλλευση [ekme'talefsi] 1 χρησιμοποίηση κάποιου για προσωπικό όφελος exploitation 2 καλή χρήση exploitation η εκμετάλλευση ενέργειας l'exploitation de l'énergie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|