Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.874.701 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εκμεταλλεύομαι

0,01 sec.
εκμεταλλεύομαι exploit يَستغِل využít udnytte ausbeuten explotar käyttää hyväkseen exploiter izrabljivati sfruttare 利用する 부당하게 이용하다 exploiteren utnytte wykorzystać aproveitar-se, explorar пользоваться exploatera เอาเปรียบ sömürmek khai thác 开发
ρ μεσοπαθ εκμεταλλεύομαι [ekmeta'levome]
1 χρησιμοποιώ κπ χωρίς να τον υπολογίζω abuserexploiter
εκμεταλλεύομαι τη φιλία κάποιου abuser de l'amitié de qqn
εκμεταλλεύομαι την αθωότητα κάποιου exploiter l'innocence de qqn
2 χρησιμοποιώ προς όφελός μου profiterexploiter
εκμεταλλεύομαι το χρόνο μου profiter de son temps
εκμεταλλεύομαι τα μέσα τεχνολογίας exploiter les moyens technologiques


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.