| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.429.961 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκμεταλλεύομαι |
0,01 sec. |
|
εκμεταλλεύομαι exploit يَستغِل využít udnytte ausbeuten explotar käyttää hyväkseen exploiter izrabljivati sfruttare 利用する 부당하게 이용하다 exploiteren utnytte wykorzystać aproveitar-se, explorar пользоваться exploatera เอาเปรียบ sömürmek khai thác 开发 ρ μεσοπαθ εκμεταλλεύομαι [ekmeta'levome] 2 χρησιμοποιώ προς όφελός μου profiterexploiter εκμεταλλεύομαι το χρόνο μου profiter de son temps εκμεταλλεύομαι τα μέσα τεχνολογίας exploiter les moyens technologiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|