| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.743.253 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκνευρισμός |
0,02 sec. |
|
εκνευρισμός ουσ α εκνευρισμός [eknevri'zmos] ταραχή énervement; irritation Υπάρχει εκνευρισμός στην αίθουσα. Il y a un certain énervement dans la salle. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|