Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.563.193 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εκουσίως

0,02 sec.
εκουσίως تطوعياً
εκουσίως dobrovolně
εκουσίως frivilligt
εκουσίως freiwillig
εκουσίως voluntarily
εκουσίως voluntariamente
εκουσίως vapaaehtoisesti
εκουσίως volontairement
εκουσίως dobrovoljno
εκουσίως volontariamente
εκουσίως 自発的に
εκουσίως 자발적으로
εκουσίως vrijwillig
εκουσίως frivillig
εκουσίως dobrowolnie
εκουσίως voluntariamente
εκουσίως добровольно
εκουσίως frivilligt
εκουσίως อย่างสมัครใจ
εκουσίως gönüllü olarak
εκουσίως tình nguyện
εκουσίως 自愿地


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.