| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.544.037 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκπαιδευτικός |
0,01 sec. |
|
εκπαιδευτικός educational, educative, educator éducateur, éducatif تربوى vzdělávací undervisnings- pädagogisch educativo opettavainen obrazovni didattico 教育の 교육의 leerzaam undervisnings- edukacyjny educativo образовательный pedagogisk ที่เกี่ยวกับการเรียนการสอน eğitimsel có tính giáo dục 有教育意义的 επίθ α / θ / ουδ εκπαιδευτικός, εκπαιδευτική, εκπαιδευτικό [ekpeðefti'kos, ekpeðefti'ci, ekpeðefti'ko] σχετικός με την εκπαίδευση éducatif/-ive εκπαιδευτικό σύστημα un système pédagogique ουσ α/θ εκπαιδευτικός δάσκαλος ή καθηγητής enseignant; enseignante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|