| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.155.173 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκπαιδευτικός |
0,01 sec. |
|
|
εκπαιδευτικός educational, educative, educator éducateur, éducatif تربوى vzdělávací undervisnings- pädagogisch educativo, profesor opettavainen obrazovni didattico 教育の 교육의 leerzaam undervisnings- edukacyjny educativo, professor образовательный pedagogisk ที่เกี่ยวกับการเรียนการสอน eğitimsel có tính giáo dục 有教育意义的, 老师 учител 老師 מורה
επίθ α / θ / ουδ εκπαιδευτικός, εκπαιδευτική, εκπαιδευτικό [ekpeðefti'kos, ekpeðefti'ci, ekpeðefti'ko] σχετικός με την εκπαίδευση éducatif/-ive εκπαιδευτικό σύστημα un système pédagogique ουσ α/θ εκπαιδευτικός δάσκαλος ή καθηγητής enseignant; enseignante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|