Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.898.155.860 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εκπαιδευόμενος

0,01 sec.
εκπαιδευόμενος trainee
εκπαιδευόμενος متدرب
εκπαιδευόμενος účastník školení
εκπαιδευόμενος elev
εκπαιδευόμενος Praktikant
εκπαιδευόμενος aprendiz
εκπαιδευόμενος valmennettava
εκπαιδευόμενος apprenti
εκπαιδευόμενος praksist
εκπαιδευόμενος apprendista
εκπαιδευόμενος 訓練を受けている人
εκπαιδευόμενος 피훈련자
εκπαιδευόμενος stagiair
εκπαιδευόμενος praktikant
εκπαιδευόμενος praktykant
εκπαιδευόμενος estagiário
εκπαιδευόμενος тренируемый
εκπαιδευόμενος praktikant
εκπαιδευόμενος ผู้ได้รับการฝึก
εκπαιδευόμενος kursiyer
εκπαιδευόμενος thực tập sinh
εκπαιδευόμενος 学员


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.