| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.903.597 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκπλήρωση |
0,01 sec. |
|
εκπλήρωση fulfillment, performance أداء provedení optræden Durchführung actuación suoritus performance izvedba prestazione 実行 수행 voorstelling gjennomføring wyniki desempenho исполнение uppträdande การแสดง performans sự thực hiện 表演 ουσ θ εκπλήρωση [ek'plirosi] 1 ολοκλήρωση κάποιου έργου accomplissement εκπλήρωση υποχρεώσεων accomplissement des obligations 2 πραγματοποίηση accomplissement; réalisation η εκπλήρωση μιας επιθυμίας la satisfaction d'un désir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|