| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.156.564 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκπλήρωση |
0,01 sec. |
|
|
εκπλήρωση fulfillment, performance أداء provedení optræden Durchführung actuación, rendimiento suoritus performance izvedba prestazione 実行 수행 voorstelling gjennomføring wyniki desempenho исполнение uppträdande การแสดง performans sự thực hiện 表演, 性能 изпълнение 性能 ביצועים
ουσ θ εκπλήρωση [ek'plirosi] 1 ολοκλήρωση κάποιου έργου accomplissement εκπλήρωση υποχρεώσεων accomplissement des obligations 2 πραγματοποίηση accomplissement; réalisation η εκπλήρωση μιας επιθυμίας la satisfaction d'un désir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|