| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.498.177 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκπρόσωπος |
0,02 sec. |
|
εκπρόσωπος representative, spokesman, spokesperson porte-parole, représentant مُتَحدِّث باسم mluvčí talsmand Sprecher portavoz edustaja osoba zadužena za odnose s javnošću portavoce スポークスパーソン 대변인 woordvoerder talsperson rzecznik porta-voz представитель talesman ผู้แถลง sözcü người phát ngôn 发言人 ουσ α/θ εκπρόσωπος [ek'prosopos] που ενεργεί στο όνομα ενός συνόλου représentant; représentant; délégué/-ée; porte-parole o εκπρόσωπος μιας ομάδας le représentant/le délégué d'un groupe κυβερνητικός εκπρόσωποςεκπρόσωπος της κυβέρνησης le porte-parole du gouvernement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|