| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.260.265 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκσκαφέας |
0,04 sec. |
|
εκσκαφέας digger, excavator حفار bagr graver Bagger excavadora kaivukone pelleteuse kopač escavatore 掘削機 굴착기 graafmachine gravemaskin koparka escavadeira, escavadora экскаватор grävmaskin เครื่องมือที่ใช้ในการขุด ekskavatör máy đào 挖掘机 ουσ α εκσκαφέας [ekska'feas] μηχάνημα μεταφοράς χωμάτων excavateur; bulldozer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|