| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.209.155 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκσκαφή |
0,02 sec. |
|
εκσκαφή excavation excavation ουσ θ εκσκαφή [ekska'fi] σκάψιμο για ανεύρεση θαμμένου αντικειμένου excavation |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|