| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.808.084 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκσυγχρονίζω |
0,02 sec. |
|
εκσυγχρονίζω يُحَدِث zmodernizovat modernisere modernisieren modernize modernizar nykyaikaistaa moderniser modernizirati rimodernare 現代化する 현대화하다 moderniseren modernisere zmodernizować modernizar модернизировать modernisera ทำให้ทันสมัย modernize etmek hiện đại hoá 使现代化 ρ μετβ εκσυγχρονίζω [eksiŋxro'nizo] εκμοντερνίζω moderniser εκσυγχρονίζω το εκπαιδευτικό σύστημα moderniser l'éducation ρ μεσοπαθ εκσυγχρονίζομαι [£££eksiŋxro'nizome] se moderniser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|