| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.186.519 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκτέλεση |
0,01 sec. |
|
|
εκτέλεση ekzekuto exécution execution تنفيذ poprava henrettelse Hinrichtung ejecución teloitus izvršenje esecuzione 処刑 실행 executie henrettelse wykonanie execução выполнение avrättning การประหารชีวิต idam sự thi hành 完成
ουσ θ εκτέλεση [e'ktelesi] 1 πραγματοποίηση accomplissement; réalisation εκτέλεση έργου interprétation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|