| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.770.997.802 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκτεθειμένος |
0,02 sec. |
|
εκτεθειμένος επίθ α / θ / ουδ εκτεθειμένος, εκτεθειμένη, εκτεθειμένo [ekteθi'menos, ekteθi'meni, ekteθi'meno] 1 που έρχεται σε επαφή με κτ επικίνδυνο exposé/-ée είμαι εκτεθειμένος στον ήλιο être exposé au soleil 2 που βρίσκεται σε άσχημη θέση qui est dans une situation compromettante είμαι εκτεθειμένος se trouver dans une situation compromettante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|