| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.200.999 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εκτεθειμένος |
0,01 sec. |
|
|
εκτεθειμένος exposed expuestos ausgesetzt изложени esposti exposés blootgesteld expostos 노출 exponerade
επίθ α / θ / ουδ εκτεθειμένος, εκτεθειμένη, εκτεθειμένo [ekteθi'menos, ekteθi'meni, ekteθi'meno] 1 που έρχεται σε επαφή με κτ επικίνδυνο exposé/-ée είμαι εκτεθειμένος στον ήλιο être exposé au soleil 2 που βρίσκεται σε άσχημη θέση qui est dans une situation compromettante είμαι εκτεθειμένος se trouver dans une situation compromettante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|