| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.451.662 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εκτελώ |
0,02 sec. |
|
εκτελώ execute, perform, discharge, carry out ekzekuti exécuter, mener нести, совершить, исполнять, осуществлять يُنَفِذ popravit, splnit henrette, udføre durchführen, hinrichten cumplir, ejecutar teloittaa, toteuttaa izvršiti, provesti eseguire, giustiziare 処刑する, 実行する 실행하다 uitvoeren henrette, utføre wykonać executar utföra, verkställa ดำเนินการ, ทำให้สำเร็จ idam etmek, uygulamak hành hình, thực hiện 执行 ρ μετβ εκτελώ [ekte'lo] 1 ικανοποιώ recouvrirsatisfaire 3 πραγματοποιώ matérialiserréaliser 4 ερμηνεύω σύνθεση exécuter ρ μεσοπαθ εκτελούμαι [ekte'lume] θανατώνομαι être exécuté/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|